απειθαρχώ

απειθαρχώ
(-έω)
είμαι απείθαρχος, απειθώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + πειθαρχώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • απειθαρχώ — απειθαρχώ, απειθάρχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απειθαρχώ — ησα, δεν πειθαρχώ, απειθώ: Τον τελευταίο καιρό απειθαρχούσε συστηματικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απειθάρχητος — η, ο αυτός που δεν πειθαρχεί, ατίθασος, ανυπότακτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < απειθαρχώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Εφημερίς] …   Dictionary of Greek

  • επαναστατώ — ( έω) [επαναστάτης] 1. κάνω επανάσταση*, εξεγείρομαι ζητώντας την ανεξαρτησία μου («οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον τών Τούρκων») 2. απειθαρχώ προς τους ανωτέρους, τους προϊσταμένους ή τους κηδεμόνες («οι φυλακισμένοι επαναστάτησαν») 3.… …   Dictionary of Greek

  • μπαϊράκι — το 1. σημαία, λάβαρο 2. φρ. «σηκώνω μπαιράκι» απειθαρχώ, στασιάζω, επαναστατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bayrak] …   Dictionary of Greek

  • επαναστατώ — επαναστάτησα, επαναστατημένος 1. αμτβ., κάνω επανάσταση, ξεσηκώνομαι ενάντια στην εξουσία, το πολιτικό ή κοινωνικό καθεστώς, με σκοπό την ανατροπή του ή τη διεκδίκηση δικαιωμάτων: Το 1821 επαναστάτησαν οι Έλληνες. 2. μτφ., απειθαρχώ ενάντια σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σηκώνω — σήκωσα, σηκώθηκα, σηκωμένος 1. υψώνω: Σήκωσε τα χέρια ψηλά. – Σήκωσαν ψηλά τις σημαίες. 2. βαστάω κάποιο βάρος ή μπορώ να το μεταφέρω: Μπορεί να σηκώσει μόνος του αυτό το τσουβάλι. – Σηκώνω το σταυρό του μαρτυρίου. 3. εγείρω, ξυπνάω κάποιον:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”